στέλεχος

στέλεχος
τό
1) ствол; стебель; 2) рукоятка, ручка (инструмента); 3) корешок (квитанционной книжки); 4) деятель; руководитель; ответственный работник; 5) воен, кадровый офицер или сержант; πλ. командный состав; 6) πλ. кадры;

ανάδειξη στέλεχών — выдвижение кадров;

7) костяк;
8) бран. болван, чурбан

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "στέλεχος" в других словарях:

  • στέλεχος — crown of the root neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέλεχος — Στη φυτολογία σ. είναι συνώνυμο του βλαστού, που χρησιμοποιείται περισσότερο στην περίπτωση των ποωδών φυτών. Λέγεται και καυλός. Πρόκειται για το όργανο στήριξης στα ανώτερα φυτά. Πάνω σ’ αυτόν βρίσκονται γενικά διάφορα όργανα και κυρίως τα… …   Dictionary of Greek

  • στέλεχος — το 1. βλαστός φυτού. 2. σημαντικό μέλος: Ανήκει στα στελέχη του κόμματος. – Είναι σημαντικό στέλεχος της επιχείρησης. 3. το μέρος του βιβλίου αποδείξεων που απομένει σ αυτόν που τις δίνει: Η εφορία ζήτησε τα στελέχη των αποδείξεων για έλεγχο. 4.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στελέχει — στέλεχος crown of the root neut nom/voc/acc dual (attic epic) στελέχεϊ , στέλεχος crown of the root neut dat sg (epic ionic) στέλεχος crown of the root neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στελέχη — στέλεχος crown of the root neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) στέλεχος crown of the root neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στελεχέων — στέλεχος crown of the root neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στελεχῶν — στέλεχος crown of the root neut gen pl (attic epic doric) στελεχόω form a stem pres part act masc voc sg (doric aeolic) στελεχόω form a stem pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) στελεχόω form a stem pres part act masc nom sg στελεχόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στελέχεος — στέλεχος crown of the root neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στελέχεσι — στέλεχος crown of the root neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στελέχεσιν — στέλεχος crown of the root neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στελέχην — στέλεχος crown of the root neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»